Πώς ανοίγουν τον «δρόμο» οι εμβολιασμένοι


Τις πρώτες νίκες στην αντίσταση κατά της COVID-19 καταγράφουν ήδη οι Ελληνες πολίτες που επέλεξαν να εμβολιαστούν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέγει το υπουργείο Υγείας από το μητρώο ασθενών COVID-19, από το σύνολο των ασθενών που εισήχθησαν στα νοσοκομεία της επικράτειας λόγω της νόσου το διάστημα από 12 Απριλίου έως 2 Μαΐου 2021, εννέα στους δέκα δεν είχαν εμβολιασθεί, 8% είχαν κάνει μία δόση του εμβολίου και μόλις το 2% είχε εμβολιαστεί και με τις δύο δόσεις. Από τους 1,3 εκατ. πολίτες που είχαν εμβολιαστεί πλήρως έως τα μέσα της εβδομάδας, λιγότερο από το 0,3% νόσησε μετά τη χορήγηση και της δεύτερης δόσης. 

Αλλά και η εμπειρία που μεταφέρουν οι κλινικοί γιατροί από τα τμήματα COVID είναι ενθαρρυντική, αφού έχουν μειωθεί σημαντικά οι νοσηλείες ασθενών μεγάλης ηλικίας, που είναι και η πληθυσμιακή ομάδα για την οποία δόθηκε προτεραιότητα στον εμβολιασμό. Με αυτά τα δεδομένα, ειδικοί γιατροί απευθύνουν μέσω της «Κ» νέα έκκληση σε όσους ακόμη διστάζουν να εμβολιαστούν να κλείσουν αμέσως ραντεβού, για να προστατεύσουν τον εαυτό τους, το κοινωνικό σύνολο, αλλά και την ίδια την οικονομία της χώρας. Και καλούν όσους έχουν ήδη κάνει το εμβόλιο να γίνουν οι ίδιοι κοινωνοί του μηνύματος υπέρ του εμβολιασμού, οδηγώντας συγγενείς και φίλους να πάρουν την απόφαση.

«Πλέον, έχουμε πολύ λιγότερους ασθενείς ηλικίας άνω των 80 ετών και σχεδόν όλοι είναι μη εμβολιασμένοι με μια-δύο εξαιρέσεις, κάτι που είναι αναμενόμενο αφού κανένα εμβόλιο δεν έχει 100% αποτελεσματικότητα», σημειώνει στην «Κ» η διευθύντρια της 7ης Πνευμονολογικής Κλινικής στο νοσοκομείο «Σωτηρία» και πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, Μίνα Γκάγκα. Σύμφωνα με την ίδια, κατά το επιδημικό κύμα του περασμένου Νοεμβρίου στο «Σωτηρία» νοσηλεύτηκαν, λόγω COVID-19, 200 ασθενείς ηλικίας άνω των 80 ετών. 

«Σε αυτό το κύμα, που ήταν πολύ πιο σφοδρό, είχαμε έως τώρα περίπου 80 εισαγωγές ασθενών αυτής της ηλικιακής ομάδας και μόνο δύο ήταν εμβολιασμένοι», τονίζει και προσθέτει: «Αυτό που βλέπουμε επίσης είναι ασθενείς που μόλις είχαν κάνει την πρώτη δόση του εμβολίου που είναι πολύ πιθανόν να είχαν προσβληθεί από τον ιό πριν καν εμβολιαστούν, και συνήθως περνούν τη νόσο πιο ήπια».

«Oλα τα εμβόλια που έχουν λάβει έγκριση μέχρι σήμερα αυτό που επιτυγχάνουν σχεδόν στο 100% είναι η προστασία από σοβαρή νόσηση. Που σημαίνει ότι ο εμβολιασμένος έχει ελάχιστες πιθανότητες να μπει σε μονάδα εντατικής θεραπείας λόγω της COVID-19, να διασωληνωθεί και να καταλήξει. Αλλά ακόμη και στις ελάχιστες περιπτώσεις που θα συμβεί αυτό, θα είναι επειδή κανένα εμβόλιο δεν είναι απολύτως αποτελεσματικό ειδικά σε ορισμένους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς ή ηλικιωμένους με γερασμένο ανοσοποιητικό σύστημα», επισημαίνει στην «Κ» η ομότιμη καθηγήτρια Παιδιατρικής και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών Μαρία Θεοδωρίδου. Και συνεχίζει: «Πολύ σημαντικό είναι επίσης ότι ο εμβολιασμένος ακόμη και εάν μολυνθεί δεν μεταδίδει στο οικογενειακό του περιβάλλον τον ιό όσο ένα άτομο που δεν έχει εμβολιαστεί. Οπως κατέδειξε πρόσφατη μελέτη του Οργανισμού Δημόσιας Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, ο εμβολιασμένος φορέας μεταδίδει κατά 50% λιγότερο τον ιό σε σχέση με τον ανεμβολίαστο. Που σημαίνει μια έμμεση προστασία, η οποία διευκολύνει στο να μην υπάρχει διασπορά του ιού στην κοινότητα». 

Σύμφωνα με την κ. Θεοδωρίδου, ο εμβολιασμένος έχει προστασία και έναντι μεταλλαγμένων στελεχών του SARS-CoV-2. Οπως εξηγεί, «ακόμη και με παραλλαγές, ο ιός δεν είναι πολύ διαφορετικός. Το εμβόλιο παρέχει κάποιου είδους προστασία και είναι ένας τρόπος αναχαίτισης του πολλαπλασιασμού του ιού στον οργανισμό».

Τα οφέλη

Στους λόγους για τους οποίους θα πρέπει οι πολίτες να σπεύσουν να εμβολιαστούν αναφέρεται, μιλώντας στην «Κ», και ο ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, στο ΕΚΠΑ, διευθυντής του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Υγείας Μητέρας, Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας, επικεφαλής έδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, Γιώργος Χρούσος. «Πρώτον, για τους ίδιους, οι οποίοι θα προστατευθούν από μια φρικτή νόσο. Αυτοί που έχουν νοσήσει περιγράφουν μια πολύ δύσκολη ασθένεια και με μόνιμο τον φόβο του θανάτου. Δεύτερον, για τους άλλους. Για να συμμετέχουν σε αυτό που λέμε χτίσιμο της συλλογικής ανοσίας. Οσο περισσότεροι ενήλικοι εμβολιαστούν, τόσο λιγότερες οι πιθανότητες να χρειαστεί να εμβολιαστούν και τα παιδιά. Για να φθάσουμε στη συλλογική ανοσία, θα πρέπει τουλάχιστον το 70% του πληθυσμού να εμβολιαστεί. Εάν αφαιρέσουμε το 20% των παιδιών, τότε μιλάμε για περίπου το 80%-85% των ενηλίκων. Και τρίτον, για την οικονομία της χώρας και για να μη χρειαστεί να ζήσουμε ξανά lockdown», τονίζει ο καθηγητής.

«Ο εμβολιασμός είναι το μόνο μέσο που θα μας βγάλει από αυτή την κρίση. Δεν μπορούμε να βγούμε από την πανδημία εάν δεν εμβολιαστούμε», επισημαίνει στην «Κ» η καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας του ΕΚΠΑ Μαρία Τσολιά. Η ίδια εστιάζει στη διστακτικότητα που εκφράζουν πολλά άτομα μεγαλύτερης ηλικίας να εμβολιαστούν. Οπως αναφέρει, «στο Ηνωμένο Βασίλειο η εμβολιαστική κάλυψη στα άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω είναι στο 95%. Δεν είναι πολύ καλό που στη χώρα μας υπάρχουν ακόμη άτομα αυτών των ηλικιών που δεν έχουν εμβολιαστεί». Και τονίζει: «Πρέπει οι πολίτες να πειστούν και να εμβολιαστούν με όποιο εμβόλιο είναι διαθέσιμο αυτήν τη στιγμή. Ακόμη και ο ελάχιστος κίνδυνος σπάνιων παρενεργειών από το εμβόλιο της AstraZeneca, εάν συγκριθεί με τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου από την COVID-19, είναι τίποτα, ιδίως για τα άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών. Είναι κρίμα αυτό το δώρο που μας έκανε η επιστήμη να μην το χρησιμοποιήσει κάποιος για αόριστους φόβους, φήμες, ψευδείς ειδήσεις, κακή πληροφόρηση εις βάρος της υγείας του ίδιου, αλλά και όλων μας».

Από την πλευρά της, η κ. Θεοδωρίδου εκτιμά πως το μήνυμα υπέρ του εμβολιασμού το δίνουν όσοι έχουν ήδη κάνει το εμβόλιο. «Οσοι έχουν εμβολιαστεί θα μεταδώσουν την εμπιστοσύνη τους για τα εμβόλια. Δεν υπάρχει πιο πειστικό παράδειγμα από την κόρη που έκανε το εμβόλιο προς τον πατέρα της. Από τον ομότεχνο σε ένα χώρο εργασίας ή από τους εμβολιασμένους σε ένα καφενείο, που θα μιλήσουν με τους άλλους που δεν έχουν κλείσει ακόμη ραντεβού».

«Τρέχει» το εμβολιαστικό πρόγραμμα

Την πρόβλεψη ότι έως το τέλος Ιουνίου ένας στους δύο Ελληνες θα έχει λάβει τουλάχιστον μία δόση του εμβολίου, ενώ το 35% του πληθυσμού θα έχει ολοκληρώσει τον εμβολιασμό έναντι της COVID-19, κάνουν οι επικεφαλής της εθνικής εκστρατείας εμβολιασμού. Προς το παρόν, το εμβολιαστικό πρόγραμμα υλοποιείται με αυξημένους ρυθμούς (περίπου 105.000 ημερήσιοι εμβολιασμοί). Από την αρχή του προγράμματος έως και τα μέσα της εβδομάδας είχαν προγραμματίσει ραντεβού για να εμβολιαστούν περίπου 4,1 εκατομμύρια πολίτες, με τους επικεφαλής της εκστρατείας να στοχεύουν έως το τέλος Ιουνίου ο αριθμός αυτός να ξεπεράσει τα 5,1 εκατομμύρια και να προσεγγίσει τα 5,5 εκατομμύρια πολίτες. Εκτιμούν ότι αυτό είναι εφικτό λόγω του εμβολίου Johnson & Johnson, που πολλοί θα προτιμήσουν εξαιτίας της ευκολίας της μιας δόσης, αλλά και της δυνατότητας που θα δοθεί στις νεότερες ηλικίες (40 έως 44 ετών και 30 έως 39 ετών) να εμβολιαστούν με όλα τα διαθέσιμα εμβόλια και όχι μόνο με το AstraZeneca όπως ισχύει σήμερα.

Πηγή: kathimerini.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια