Γιώργος Σκαρτάδος:Από το "καμπάκι" της παλιάς πόλης στο Σαν Πάολο μαρκάροντας τον Μαραντόνα


Μια συνέντευξη ζωής του Γιώργου Σκαρτάδου στο SPORT24. Από τις ντίσκο της Ρόδου στ' αποδυτήρια της Τούμπας και από το μαρκάρισμα του Μαραντόνα στον αποκλεισμό του Παγκοσμίου. Τα εκατομμύρια της Κόμο, η συμφωνία με τον Ολυμπιακό, τα σουβλάκια που έψηνε έξω από το γήπεδο και η σημερινή κατάσταση στον ΠΑΟΚ του Ιβάν Σαββίδη και του Ραζβάν Λουτσέσκου.

Ο Γιώργος Σκαρτάδος είναι ένας άνθρωπος με έμφυτη ευγένεια, αλλά ταυτόχρονα αψύς και αμετακίνητος στις απόψεις του. Δεν τον ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων. Είναι σαν να σου λέει από την πρώτη στιγμή που τον συναντάς, "εγώ αυτός είμαι και σε όποιον αρέσω". Αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στην ιστορία του ΠΑΟΚ, αλλά παρόλα αυτά, δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να δουλέψει ούτε καν στα τμήματα υποδομών, αν και ο ίδιος το ζήτησε πολλές φορές, κατά το παρελθόν.

Έγινε σύμβολο για τον ΠΑΟΚ στη δεκαετία του '80, στη κατάκτηση του πρωταθλήματος του '85, στις μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές με την Μπάγερν Μονάχου, την Νάπολι και την Μαλίν. Παρότι έπαιξε και στον Ηρακλή και στον Ολυμπιακό, ο ΠΑΟΚ αποτελεί, όπως λέει, "το μεγαλύτερο κομμάτι της καρδιάς του".

Ο οξυδερκής χαφ με τα 107 γκολ στην Α' Εθνική συνεχίζει να είναι και σήμερα μία πολυσυζητημένη προσωπικότητα για πολλούς και διάφορους λόγους. Κινείται μακριά από κοινωνικές νόρμες και συμβάσεις. Για μία περίοδο έψηνε ακόμα και σουβλάκια έξω από την Τούμπα για να βοηθήσει οικονομικά τον κουμπάρο του που περνούσε οικογενειακό δράμα, όπως εξήγησε ο ίδιος.

Η συνέντευξη έγινε στις 23 Νοεμβρίου (πριν από ντέρμπι με τον Άρη) στο σπίτι του στο Πανόραμα, στο οποίο μάς υποδέχθηκε ανοιχτόκαρδος και χαμογελαστός, όπως πάντα. Ο 61χρονος διεθνής βετεράνος άσος μίλησε για όλα. Από τα παιδικά του χρόνια στην παλιά πόλη της Ρόδου, τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στις αλάνες, τη δικαστική διαμάχη Ρόδου - Διαγόρα για το δελτίο του, μέχρι τον Μπέλλη, τον Λίμπρεχτς, τον Παντελάκη, τον Κούδα, τον Χέερ, τον Τσερνάι, τον Σκότσικ, τις μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές με την Μπάγερν, τη Νάπολι του Μαραντόνα και την Μαλίν, το μαρκάρισμα του Μαραντόνα στο Σαν Πάολο, τον Κόκκαλη, τον Πέτρο Θεοδωρίδη, την οικογένεια Σαββίδη, το Καραϊσκάκη και την Τούμπα.

Αναφέρθηκε ακόμα, μεταξύ άλλων, στο παράπονό του από την ΠΑΕ ΠΑΟΚ και τον σύλλογο των βετεράνων του συλλόγου, στον φετινό ΠΑΟΚ, στον Μιχαηλίδη και στους πιτσιρικάδες του δικέφαλου του βορρά, στον Λουτσέσκου και στον Μαρτίνς, στον Γκαρσία, στον Ζαγοράκη, στην ΑΕΚ, στον Άρη, στον Παναθηναϊκό του Γιοβάνοβιτς, στον Τούχελ, στον Καντέ και στην κρίση ταυτότητας που διέρχεται το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ο Γιώργος Σκαρτάδος ανοίγει το βιβλίο της ζωής του.

Η μάνα μου έλεγε ότι οι ποδοσφαιριστές και οι τραγουδιστές είναι αλήτες

"Εδώ και τρεις μήνες έχω αναλάβει τον Οδυσσέα Κορδελιού. Μία ιστορική ομάδα της Θεσσαλονίκης με παράδοση. Ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της στο τοπικό πρωτάθλημα, γιατί οι προηγούμενες διοικήσεις, λόγω χρεών, τη διέλυσαν. Εδώ και δύο χρόνια έχει πάρει την προεδρία ο Νίκος Δεμερτζής μαζί με τον αδερφό του τον Γιώργο και προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο δυνατό για να επαναφέρουν τον Οδυσσέα στη θέση που του αρμόζει.

Ασχολούμαι με την προπονητική και κάνω αυτό που αγαπάω. Είμαι από 16 χρονών επαγγελματικά στα γήπεδα. Ο στόχος στον Οδυσσέα είναι να βγάλουμε κάποια παιδιά από το Κορδελιό. Δεν έχουμε στην ομάδα μισθοφόρους. Είναι όλα παιδιά από την περιοχή. Επίσης, θέλουμε να παίξουμε καλό ποδόσφαιρο και να πετύχουμε τον φετινό στόχο που είναι η άνοδος.

Από πολύ μικρός κλώτσησα μπάλα. Το ποδόσφαιρο ήταν το πάθος μου από μικρό παιδί. Ούτε τηλεόραση υπήρχε, τότε ούτε τίποτα, μόνο στο ραδιόφωνο ακούγαμε ποδόσφαιρο. Από επτά χρόνων παίζω μπάλα. Είχαμε ένα γήπεδο στην παλιά πόλη της Ρόδου που το λέγαμε "καμπάκι" και μαζευόμασταν μετά το σχολείο φίλοι και παίζαμε μπάλα. Από εκείνο το γήπεδο ξεκίνησαν πολλοί παίκτες που έκαναν καριέρα στην Α' Εθνική, όπως ο Γεωργαλής, ο Ράδος, ο Μαυρουδής και πολλοί άλλοι. Εκεί με είχε δει ένας προπονητής και μου είπε να πάω σε ακαδημία να παίξω ποδόσφαιρο. Στα τσικό της εποχής δηλαδή.

Ήμουν τότε 11. Η συγχωρεμένη η μάνα μου, η Διαλεχτή, δεν ήθελε. Γιατί έλεγε ότι οι ποδοσφαιριστές και οι τραγουδιστές είναι αλήτες. Εγώ στα κρυφά, όμως, πήγαινα κι έπαιζα. Είχα υπογράψει δελτίο στη Ρόδο σε ηλικία 12 -13 ετών, αλλά ήμουν μικρός και δεν με έβαζαν να παίξω. Ένας προπονητής του Διαγόρα εντόπισε το ταλέντο μου και μου είπε "δεν έρχεσαι σε μας να παίξεις;". Κι έτσι πήγα και στον Διαγόρα και υπέγραψα δελτίο και σε δεύτερη ομάδα. Είχα δύο δελτία παράτυπα. Κι επειδή όλοι στον Διαγόρα ήξεραν ότι έχω διπλό δελτίο, μ' έβαζαν κι έπαιζα με δελτίο άλλου.

Ο πατέρας μου, ο Δημήτρης, πάντως, που είναι 85 ετών σήμερα και ζει στη Ρόδο, είχε παίξει ποδόσφαιρο και του άρεσε που έπαιζα κι εγώ. Ήταν τερματοφύλακας στον Δωριέα, στην πρώτη ομάδα που ιδρύθηκε στην Ρόδο. Η μάνα μου μόνο ήταν κάθετα αντίθετη.

Ο Μπέλλης με κυνηγούσε τα Σαββατοκύριακα στις ντίσκο

Κάποια στιγμή, όταν προπονητής στη Ρόδο ήταν ο Κοσμάς ο Σφυρίου, με είδε σε ένα παιχνίδι με τα δεύτερα του Διαγόρα και είπε ότι "αυτός είναι καλός παίκτης, πρέπει να τον πάρουμε". Τον ενημέρωσαν, ότι έχω ήδη δελτίο στη Ρόδο και απόρησε πώς παίζω στον Διαγόρα. Αποφάσισαν τότε να με διεκδικήσουν η Ρόδος και ο Διαγόρας. Έγινε ένα δικαστήριο στην Αθήνα. Ήμουν 15. Ο Διαγόρας είχε ένα δικηγόρο που λεγόταν Κόκκινος, στον οποίο άρεσαν το ποτό και τα μπουζούκια. Το προηγούμενο βράδυ της εκδίκασης πήγε στα μπουζούκια, δεν ξύπνησε, δεν παρέστη στο δικαστήριο και ο δικαστής με καταχώρησε στη Ρόδο.

Την επόμενη χρονιά, το '76, με προπονητή τον Σφυρίου, ξεκίνησα να παίζω με τη Ρόδο στη Β' Εθνική με πρώτο ματς εντός έδρας απέναντι στο Κορωπί. Κερδίσαμε 2-1. Τότε πρόεδρος στη Ρόδο ήταν ο συγχωρεμένος ο γιατρός ο Λαμπάδης. Μπήκε στα αποδυτήρια κι ενώ στους άλλους έδωσε 3.000 δραχμές πριμ σ' εμένα έδωσε ένα πεντακοσάρικο και μου είπε "μικρέ αυτό είναι για σένα, για χαρτζιλίκι".

Το 1979 έγινε η πρώτη πρόταση στη Ρόδο από τον Ολυμπιακό του Νταϊφά, αλλά δεν με έδωσαν γιατί θεώρησαν λίγα τα λεφτά. Βέβαια, ήμουν τυχερός τότε, γιατί είχα προπονητή τον Μιχάλη Μπέλλη, που είχε παίξει στον ΠΑΟΚ και το 1978 που ανεβήκαμε Α' Εθνική και μετά όταν επέστρεψε παίρνοντας τη θέση του Κώστα Πολυχρονίου. Το τι κυνηγητό έφαγα από τον Μπέλη δεν περιγράφεται. Με κυνηγούσε τα Σαββατοκύριακα στις ντίσκο. Μου έλεγε "θα φας πολύ ξύλο, άστα αυτά, εσύ πρέπει να παίξεις μπάλα".

Προτίμησα ΠΑΟΚ από Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό λόγω Γούναρη και Κυράστα

Το καλοκαίρι του 1982 η Ρόδο είχε πρόεδρο τον κουμπάρο μου, αυτόν που με πάντρεψε, τον Παπαβασιλείου. Τότε με ζήτησαν τρεις ομάδες. Ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός και ο ΠΑΟΚ. Η αλήθεια είναι ότι για τον ΠΑΟΚ δεν ήξερα πολλά. Στην τηλεόραση και στις εφημερίδες μιλούσαν κατά κύριο λόγο για τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Ήξερα τον Κούδα και είχα παίξει δύο φορές αντίπαλος με τον ΠΑΟΚ, ενώ στη συνέχεια άλλες δύο φορές έπαιξα και αντίπαλος με τη Ρόδο ως παίκτης του ΠΑΟΚ. Είχα εικόνα μόνο από τους μεταξύ μας αγώνες και από την πορεία του στο πρωτάθλημα. Στον ΠΑΟΚ έπαιζε δεξί μπακ ο Γιάννης Γούναρης εκείνη την εποχή. Ο Ολυμπιακός είχε δεξί μπακ τον συγχωρεμένο Γιάννη Κυράστα. Στην ίδια μεταγραφική περίοδο έφυγε ο Γούναρης και πήγε στον Ολυμπιακό και ο Κυράστας πήρε μεταγραφή από τον Ολυμπιακό στον Παναθηναϊκό.

Με προβλημάτιζε αυτό. Ήθελα να πάω κάπου για να παίξω και όχι να κάθομαι στο πάγκο. Ο Γούναρης και ο Κυράστας ήταν βασικοί στην Εθνική ομάδα και έπαιζαν στην ίδια θέση. Θα ήταν δύσκολο να παίξω βασικός σε Ολυμπιακό ή Παναθηναϊκό κι αυτός ήταν ο βασικός λόγος που προτίμησα να πάω στον ΠΑΟΚ. Είχα πει στον κουμπάρο μου, ότι "αν δεν με δώσεις και σ' αυτή τη μεταγραφική περίοδο, σταματάω το ποδόσφαιρο". Το έθεσα ως τελεσίγραφο. Έτσι έγινε η μεταγραφή μου στον ΠΑΟΚ, που στοίχισε 10 εκατ. δραχμές. Η Ρόδος πήρε εννιά εκατ. και ένα εκατ. δραχμές εγώ ως πριμ μεταγραφής.

Υπέγραψα 5ετές συμβόλαιο, αλλά στην ουσία εκείνη την εποχή τα πέντε χρόνια γίνονταν αυτόματα 10, εάν σου κατέθεσε η ομάδα σου την ανώτερη προσφορά των 15 εκατ. δραχμών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Όπως κι έκανε τελικά ο Χάρης Σαββίδης, τότε πρόεδρος του ΠΑΟΚ, κι έμεινα στην ομάδα μέχρι το 1992. Με την ανανέωση του συμβολαίου, μου έδωσε δώρο κι ένα Opel Corsa. Όταν ήρθα στον ΠΑΟΚ είχαμε μηνιαίο μισθό 7.000 δραχμές συν τα πριμ αγώνων. Το ενοίκιο που πλήρωνα ήταν 3.000 δραχμές. Ήταν δύσκολα, αλλά την επόμενη χρονιά ο μισθός ανέβηκε στις 30.000 δραχμές.

Με τις ομάδες της Αθήνας υπήρχαν μεγάλες μισθολογικές διαφορές. Αρκεί να σου πω ότι την χρονιά που πήραμε το πρωτάθλημα (1984-85), έκανα φορολογική δήλωση 3.5 εκατ. δραχμές και ο αντίστοιχος παίκτης του Παναθηναϊκού τα διπλάσια”.

Μικρέ μην φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ, μου είπε ο Κούδας

Το ντεμπούτο μου στον ΠΑΟΚ ήταν παράξενο, γιατί ήταν τιμωρημένη η ομάδα και παίξαμε στη Βέροια με την Λάρισα. Κερδίσαμε 3-2. Βρέθηκα ξαφνικά από το χωριό σε μία μεγάλη ομάδα όπως ο ΠΑΟΚ με συμπαίκτες τους Κούδα, Δαμανάκη, Φορτούλα, Ιωσηφίδη, Πέλλιο. Κωστίκο, Δημόπουλο, αλλά δεν είμαι από τους ανθρώπους που κομπλάρουν. Βέβαια σ' αυτό συνετέλεσε και ο Γιώργος Κούδας. Το έχω πει δέκα χιλιάδες φορές.

Τις πρώτες μέρες, όπως ήταν λογικό, ήμουν κουμπωμένος στα αποδυτήρια. Με φώναξε εκεί που κάναμε το μασάζ και μου είπε "μικρέ μην φοβάσαι κανέναν, όποιος σε πειράξει, εγώ είμαι εδώ". Μου έδωσε άλλο αέρα. Εκτός από μεγάλος ποδοσφαιριστής αγαπούσε τους νέους, τους συμβούλευε και προσπαθούσε και μέσα στο γήπεδο να βοηθήσει την ομάδα. Εγώ έπαιξα μαζί του για δύο χρόνια. Καταλάβαινε το πότε δεν μπορούσε και έβγαινε γιατί ήταν στα τελειώματά του. Οι πιτσιρικάδες της εποχής δεν πρέπει να έχουν κάποιο παράπονο από τον Γιώργο. Βοήθησε πολλά νέα παιδιά.

Ο Χέερ έπινε πολύ, Τσερνάι και Σκότσικ είχαν φοβερή πειθαρχία

Αρχικά ήρθα στον ΠΑΟΚ για να πάρω την θέση του Γούναρη ως δεξιός μπακ. Την πρώτη χρονιά, σε ένα παιχνίδι που ήταν πάλι τιμωρημένος ο ΠΑΟΚ, παίξαμε με τον Ολυμπιακό στις Σέρρες και κερδίσαμε 4-0. Τουλάχιστον δυο - τρία παιχνίδια τη χρονιά τα παίζαμε τιμωρημένοι στις Σέρρες, στη Βέροια, στη Καβάλα, αφού ο κόσμος ήταν τρελαμένος! Ο Δαμανάκης ήταν τιμωρημένος ή τραυματίας σε εκείνο το παιχνίδι και με έβαλε ο Χέερ αμυντικό χαφ. Δεν με ξανάβγαλε.

Έβγαλε άλλους από την 11άδα και με έκανε δίδυμο με τον Δαμανάκη. Προφανώς τού έκανα τη δουλειά που ήθελε. Είδε και την ευκολία που είχα στο σκοράρισμα. Έβαζε μετά τον Ψαρρά αριστερό μπακ, τον Γεωργόπουλο δεξί χαφ, για να παίζω εγώ εξάρι. Αν βλέπεις έναν αμυντικό χαφ να σου βάζει 10 με 15 γκολ τη χρονιά, τι άλλο να θέλεις. Μόνο στο πρωτάθλημα με τον ΠΑΟΚ έβαλα 84 γκολ. Είχα από μικρός το σκοράρισμα. Και στην αλάνα στο "καμπάκι" στη Ρόδο που παίζαμε, όταν οι αρχηγοί των ομάδων επέλεγαν παίκτες, ο πρώτος παίκτης που διάλεγαν ήμουν εγώ, γιατί ήξεραν, ότι θα βάλω 10 γκολ.

Ο Χέερ είχε ένα μειονέκτημα: έπινε πολύ. Δεν ήταν κακός προπονητής, βέβαια, αλλά στη συμπεριφορά του ήταν λίγο αυταρχικός, είχε το στιλ "εγώ είμαι και κανένας άλλος". Στα δύο χρόνια, πάντως, που έμεινε στον ΠΑΟΚ καλά τα πήγε.

Ο Τσερνάι ήταν προπονητής με φοβερή πειθαρχία. Σου έδινε στις προπονήσεις να καταλάβεις ότι μπορείς να κάνεις αυτό, μέχρι εδώ, όχι το κάτι παραπάνω. Να φανταστείς τη χρονιά του Τσερνάι σε 15 παιχνίδια, αν θυμάμαι καλά, η άμυνα δεν είχε δεχθεί γκολ. Βέβαια δεν βάζαμε κιόλας. Παίξαμε πολύ μαζί του το τεχνικό οφσάιντ. Θυμάμαι το παιχνίδι με την Μπάγερν στη Γερμανία. Χαμογελούσε κατά την διάρκεια του αγώνα στον πάγκο. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει. Είχαν παίκτες παγκοσμίου κλάσης, όπως οι αδερφοί Ρουμενίνγκε, ο Χρούμπες ο σέντερ φορ, ο Λέρμπι στο κέντρο και τους είχαμε ξεφτιλίσει εκεί μέσα. Αφού δεν κατάφερνε η Μπάγερν να μας βάλει στο Μόναχο ένα γκολ, καταλαβαίνεις τι άμυνα είχαμε.

Ο Σκότσικ ήταν σοβαρός προπονητής, με πειθαρχία, επίσης. Καθιέρωσε πρώτος τις τρεις προπονήσεις στη προετοιμασία. Με μία λέξη ήταν κύριος. Κατάφερε να μας πείσει, ότι μπορούμε και γι' αυτό το '85 πήραμε τον τίτλο. Μας βοήθησε πολύ εκείνη τη χρονιά και στο ξεκίνημα ήμασταν 12 ματς αήττητοι. Χάσαμε στο 13ο παιχνίδι με τον ΟΦΗ στη Κρήτη, αλλά την αμέσως επόμενη αγωνιστική πήγαμε στο ΟΑΚΑ και κερδίσαμε 1-0 τον Παναθηναϊκό. Ο Σκότσικ κατάφερε να μας επιβάλει τρομερή πειθαρχία.

Τα αξέχαστα τα ματς με Μπάγερν, Νάπολι και Μαλίν

Ο ΠΑΟΚ είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της καρδιάς μου. Το πρωτάθλημα του '85 ήταν η καλύτερη ανάμνηση της καριέρας μου, όπως και ευρωπαϊκά παιχνίδια με την Νάπολι, με την Μπάγερν που αποκλειστήκαμε στα πέναλτι και με την Μαλίν που παίξαμε το 1991. Την προηγούμενη χρονιά η Μαλίν είχε πάρει το κύπελλο Κυπελλούχων. Όταν κληρωθήκαμε με την Μαλίν μάς έλεγαν όλοι ότι θα φάμε "τάλιρο". Ειδικά, όταν στο πρώτο παιχνίδι στη Τούμπα ήρθαμε 1-1, χάναμε 0-1 και ισοφάρισα εγώ σε 1-1, όλοι μας είχαν ξεγραμμένους. Όταν παίζεις με την κάτοχο του κυπέλλου Κυπελλούχων και περνάει με 0-0 στην έδρα της, λογικό ήταν να μας θεωρούν όλοι τελειωμένους. Κάναμε όμως μία φοβερή εμφάνιση στο Βέλγιο. Καταφέραμε να βάλουμε ένα γκολ έστω στα τελευταία λεπτά, με τον Στέφανο Μπορμπόκη μετά από σέντρα του Μαγκντί. Στην δική μου εποχή αυτή ήταν η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή πρόκριση.

Τότε παίζαμε για τη φανέλα, γι' αυτό κοιτούσαμε στα μάτια μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες

Επίσης, μου έχει μείνει το ότι δεν χάρηκα την κατάκτηση ενός κυπέλλου. Έπαιξα τρεις τελικούς με τον ΠΑΟΚ, σκόραρα στους δύο, αλλά δεν πήρα κύπελλο. Με την ΑΕΚ το 1983 και με τη Λάρισα το 1985, όταν θα παίρναμε το πρώτο νταμπλ χάσαμε στην Αθήνα, με τον Ολυμπιακό στο διπλό τελικό του '92, δεν το πήραμε επίσης. Στον τελικό με την Λάρισα σίγουρα έπαιξε ρόλο και η αποβολή του Βασιλάκου πολύ νωρίς στο παιχνίδι. Η Λάρισα είχε καλή ομάδα με Κμίετσικ, Άνταμτσικ, Βαλαώρα, είχε πολύ καλό προπονητή τον Στρεϊλάου. Το παλέψαμε με 10 παίκτες, μείωσα εγώ σε 2-1, χάσαμε κάποιες ευκαιρίες, αλλά δεν τα καταφέραμε.

Μου λες ποια ήταν η διαφορά και ο ΠΑΟΚ τότε κόντραρε στα ίσα ομάδες μεγαθήρια, όπως η Μπάγερν, η Σεβίλλη και η Νάπολι. Κοίταξε να δεις. Το κίνητρο για μας δεν ήταν το οικονομικό. Λίγοι είχαμε στο μυαλό μας στη μεταγραφή στο εξωτερικό, γιατί εκείνη την εποχή σε κάθε ομάδα στην Ευρώπη επιτρέπονταν μόνο δύο ξένοι. Η μεγάλη διαφορά του τότε με το τώρα στον ΠΑΟΚ, νομίζω ότι είναι πως τότε παίζαμε για την φανέλα. Βάζαμε τα πόδια μας στη φωτιά, χτυπούσαμε, σπάγαμε χέρια, σπάγαμε πόδια. Τώρα δεν υπάρχουν αυτά.

Παίζει ρόλο και το ότι ήμασταν σχεδόν όλοι Έλληνες. Το μεγάλο πρόβλημα σήμερα είναι ότι ο ξένος που έρχεται και κάνει ένα συμβόλαιο για δύο χρόνια κοιτάζει τον πρώτο χρόνο να παίξει για να τα πάρει και τον δεύτερο χρόνο ηρεμεί για να μην πάθει καμία ζημιά και χάσει το επόμενο συμβόλαιο.

Επίσης, την δεκαετία του '80, 15-16 ποδοσφαιριστές ήμασταν 7-8 χρόνια μαζί και μάλιστα σε νεαρή ηλικία. Είχαμε ομοιογένεια. Μπορεί τώρα και ο Βαρέλα με τον Κρέσπο να παίζουν μαζί πέντε χρόνια, αλλά ο ένας είναι 34 χρονών και ο άλλος 35. Πρόσφεραν, αλλά είναι μεγάλοι ηλικιακά. Αυτοί είναι οι τρεις βασικοί λόγοι χάρη στους οποίους κοιτούσαμε τότε στα μάτια χωρίς φόβο τις μεγάλες ευρωπαϊκές ομάδες ως ΠΑΟΚ.

Αν γύριζε μέτωπο ο Μαραντόνα, σου έσπαγε τη μέση

Με ρωτάνε πολλοί ακόμα για το μαρκάρισμα στον Μαραντόνα στη Νάπολι. Πώς τον περιόρισα. Όταν έχεις απάνεντί σου έναν παίκτη που την προηγούμενη χρονιά πήρε μόνος του το Παγκόσμιο Κύπελλο, νιώθεις σίγουρα σεβασμό. Αλλά εγώ είμαι από τους ανθρώπους που δεν φοβούνται. Δεν πάει να μ' έβριζαν 100.000, εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα.

Το μυστικό ήταν ένα. Όχι μόνο για τον Μαραντόνα, αλλά και για οποιονδήποτε αντίπαλο, γιατί έχω παίξει και τον Έλκιερ, τον Ραούλ και άλλους. Να μην τον αφήσεις να γυρίσει μέτωπο. Γύρισε μέτωτο, σού έσπασε τη μέση. Όλο μου το σκεπτικό εκεί βασίστηκε. Τα κατάφερα στον αγώνα στην Ιταλία. Οι Ιταλοί δημοσιογράφοι στις εφημερίδες με βαθμολόγησαν με εννιά με άριστα το 10.

Αν ήταν το πέναλτι στον Μήτογλου, που έδωσε ο διαιτητής; Όταν έχεις αντίπαλο την ομάδα του Μαραντόνα, είτε ήταν είτε όχι, θα το έδινε. Είναι σαν να λέμε τώρα ότι παίζει ο ΠΑΟΚ με την Αλεξανδρούπολη και γίνεται μία τέτοια φάση. Δεν θα το δώσει; Θα το δώσει σίγουρα. Στη ρεβάνς στη Τούμπα ξεκινήσαμε πάρα πολύ καλά. Είχαμε 17-18 κόρνερ στο πρώτο 20λεπτο. Όταν, όμως, έχει απέναντί σου την άμυνα της Εθνικής Ιταλίας είναι δύσκολο να βάλεις με τέτοιο τρόπο γκολ.

Κανένας δεν στεναχωρήθηκε που αποκλειστήκαμε από την Νάπολι. Μην ξεχνάμε, ότι στο τέλος εκείνης της σεζόν η Νάπολι πήρε το Κύπελλο UEFA. Το θετικό είναι ότι γνωρίσαμε από κοντά κάποιους παίκτες, που δεν πιστεύαμε ούτε στα όνειρά μας ότι θα τους δούμε μέσα στο γήπεδο: τον Μαραντόνα, τον Καρέκα, τον Αλεμάο, τον Ντε Νάπολι. Ήταν εμπειρία ζωής".

Διαβάστε τη συνέχεια της συνέντευξης στο sport24


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια